ἀχθοφόρος


ἀχθοφόρος
ἀχθο-φόρος, lasttragend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἀχθοφόρος — bearing burdens masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αχθοφόρος — ο (Α ἀχθοφόρος, ον) ο εργάτης που μεταφέρει φορτία αρχ. φρ. «κτήνεα ἀχθοφόρα», «ὑποζύγια ἀχθοφόρα» ζώα που χρησιμοποιούνται για να μεταφέρουν φορτία. [ΕΤΥΜΟΛ. < άχθος + φορος < φέρω] …   Dictionary of Greek

  • αχθοφόρος — ο αυτός που σηκώνει και μεταφέρει βάρη, ο βαστάζος, ο χαμάλης: Ένας αχθοφόρος έβαλε τα πράγματά τους στο πλοίο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αχθοφόρος — [ахтофорос] ουσ. а. носильщик, грузчик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀχθοφόρον — ἀχθοφόρος bearing burdens masc/fem acc sg ἀχθοφόρος bearing burdens neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφόρα — ἀχθοφόρος bearing burdens neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφόροι — ἀχθοφόρος bearing burdens masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφόροις — ἀχθοφόρος bearing burdens masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφόροισιν — ἀχθοφόρος bearing burdens masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφόρου — ἀχθοφόρος bearing burdens masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφόρους — ἀχθοφόρος bearing burdens masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.